Με το χέρι μου αυτό,
θα σχεδιάσω στ’ ασβεστωμένα
φτερά των γλάρων
και στα λευκά
αλειτούργητα ξωκλήσια των νησιών
τη μυρωδιά του ήλιου
πάνω στα μουχλιασμένα φύκια
και των χρωμάτων
τα συγκοινωνούντα αγγεία,
στις ανυποψίαστες κορυφογραμμές του θεού.
Με το χέρι μου αυτό,
που χρόνια βάναυσα με σπρώχνει
γνέφοντας μου τρέμοντας
με υποταγής νοήματα,
συνέχεια: Σιωπή, σιωπή!

Όταν μπροστά στο απόσπασμα σταθείς

Και η λεπίδα της μοίρας σου κατάστηθα σε σημαδέψει

Μη στρέψεις το βλέμμα σου αλλού

Μες τον ορίζοντα βαθιά να το καρφώσεις.

 

Όταν την πνοή σου να στερεύει νιώσεις

Και τον παλμό σου πια δεν τον ακούς,

Μη σε απελπισία βυθιστείς

Μα όρθιος να σταθείς.

 

Χωρίς χαραμάδα διαφυγής

Χωρίς ελπίδα σωτηρίας

Χίμαιρες μην αναζητήσεις

βεβαιότητες και παρηγόριες.

 

Διαπέρασε τα κλειστά παράθυρα

μιας ζωής, που πια δε σου ανήκει

Και ζήσε την από την αρχή.

 

Σύρε το νου σου

στις κόκκινες ανταύγειες του ουρανού

και στη σχισμή του πυρωμένου ορίζοντα’

στο φλοίσβο των κυμάτων στην ακροθαλασσιά

και στα άγρια αρώματα των λουλουδιών’

στα πρόσωπα που αγάπησες

στο μητρικό το χάδι

στο γέλιο και στα φορέματά της

στις παιδικές φωνές.

 

Χωρίς φόβο και αγωνία

Έστω για μια στιγμή

Απόλαυσε τη μελαγχολική σου ανακωχή.

Και με απόφαση και τόλμη

Βάδισε στη λεπτή γραμμή

που ερήμην σου χαράχτηκε.

Tαίριαξαν τα χείλη τους,
σαν δυο κομμάτια που 'λειπαν από μεγάλο παζλ.
Φούσκωσαν τα πνευμόνια τους μ' ανάσες,
σαν άφθαρτα αερόστατα σε βροχερό ουρανό.
Γέμισαν ζέστη τα κύτταρά τους,
σαν μωρά,
κουρνιασμένα στα χέρια μάνας στοργικής.

Κι ύστερα αφέθηκαν, κι έμπλεκε η νύχτα τα κορμιά τους,
ξεμπλέκοντας κρυφά τις κουβαριασμένες τους φωνές.

Κι άδειαζε φως απ' το φεγγάρι,
για να γεμίσει το σκοτάδι του ήλιου που θα τους κοιτάει,
και χωριστά θα τους ξυπνάει.

 

 

Να πεις καινούργια πράγματα, ας το παραδεχθούμε, δεν είναι πια εύκολο. Ίσως μάλιστα αυτή η ελπίδα να έφυγε απ΄ τον κόσμο πια, ν' ακολούθησε τον Όμηρο στο δρόμο του. Πρόλαβε και τα τραγούδησε όλα ο πατέρας της ποίησης. Τα πρόλαβε όλα, κι απομείναμε οι νεότεροι, μετέωροι, με τη βαριά καταδίκη ν' αναλωνόμαστε με τα ίδια και τα ίδια.

Οταν σε διψάω ,
κυλιέμαι στο αδιάστατο
και με σπαράζει γυμνή
η κόμπρα της σαγήνης.

Γέρνω κι αρχάμενη
από τα σκέλη σου,
ανοίγω στο στέρνο σου
τρικυμία θανάτου
Άγγελε της αφής.

Σε στρατίζω κάτωθεν
στα νησιά της σάρκας,
εκεί, όπου πίπτει
το σπέρμα χάλαζα
και ανοίγει τρύπες
στην ανυπαρξία.